Saturday 21 October 2017
 
 

Το παρεκκλήσιο του Αγίου Ευθυμίου

Το παρεκκλήσιο του Αγίου Ευθυμίου

Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του εγκάρσιου κλίτους, δεξιά του ιερού βήματος. Κύρια χαρακτηριστικά του, η αρχιτεκτονική του και ο θαυμάσιος αγιογραφικός διάκοσμος, δείγμα της αναγεννήσεως της εποχής των Παλαιολόγων στη Θεσσαλονίκη.

 Πρόκειται για τρίκλιτη κιονοστήρικτη βασιλική του 13ου ή 14ου αι. που βρίσκεται ανατολικά του εγκαρσίου κλίτους με θαυμάσιες αγιογραφίες, δείγμα της αναγεννήσεως της εποχής των Παλαιολόγων στη Θεσσαλονίκη. Οι στρεπτοί κίονες στοιχίζονται σε τρία ζεύγη και συνοδεύονται από δύο κτιστούς πεσσούς που στηρίζουν το εικονοστάσιο. Η θύρα του Παρεκκλησίου αυτού αποτελούσε την εξωτερική ανατολική πύλη της βασιλικής και διατηρεί ακόμη το αρχαίο περιθύρωμά της. Ο φωτισμός επιτυγχάνεται διά φωταγωγών στο υψωμένο μεσαίο κλίτος και διά παραθύρων στη νότια πλευρά, στην κεντρική αψίδα και στις πλάγιες αψίδες της Προσθέσεως και του Διακονικού. Σύμφωνα με βάσιμες απόψεις τις τοιχογραφίες του ναϊδρίου φιλοτέχνησε ο περίφημος Θεσσαλονικεύς αγιογράφος Μανουήλ Πανσέληνος. Οι τοιχογραφίες αυτές παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες με εκείνες του Πρωτάτου των Καρυών του Αγίου Όρους, που έγιναν από τον Πανσέληνο στο χρονικό διάστημα από το 1282 μέχρι το 1328.

            Επιγραφή που υπάρχει κατά μήκος του βορείου τείχους αποδίδει την ανακαίνιση και τοιχογράφηση του ναϊδρίου σε χορηγία του αυτοκράτορος Μιχαήλ και της συζύγου του, η οποία καταγόταν από το γένος των Κομνηνών. Η επιγραφή είναι τρίμετρος ιαμβική, μελανού χρώματος, κεφαλαίων χαρακτήρων και παχέων γραμμάτων.

            Ολόκληρο το σύστημα της τοιχογράφησης χαρακτηρίζεται από διαύγεια, κινητικότητα, έντονη πνευματικότητα και ενότητα προσαρμογής στις συγκεκριμένες επιφάνειες, στοιχεία άλλωστε χαρακτηριστικά της Μακεδονικής Σχολής  στην οποία ανήκει τεχνοτροπικά ολόκληρος ο εικονογραφικός κύκλος του παρεκκλησίου. Αρχικώς στην αψίδα αγιογραφήθηκε η Πλατυτέρα μεταξύ Αγγέλων και προτομών των Μεγάλων Προφητών Ησαΐου και Ιερεμίου. Οι τοιχογραφίες του κεντρικού κλίτους αναφέρονται στο Δωδεκάορτο, το οποίο αρχίζει από τον Ευαγγελισμό μετά του Αγίου Μανδηλίου πάνω από την αψίδα της κόγχης του Ιερού, συνεχίζει επί του νοτίου τοίχου και καταλήγει στο τόξο προ της αψίδος με την παράσταση της Πεντηκοστής. Κάτω από το Δωδεκάορτο εικονίζονται σκηνές από τη διδασκαλία του Κυρίου, όπως επίσης και θαύματά Του, ενώ στο Ιερό Βήμα υπάρχουν οι καθιερωμένες σκηνές της Θείας Μεταλήψεως των Αποστόλων από τον Κύριο.

            Στην κατώτερη ζώνη των τοίχων του Ναού εικονίζονται ως επικεφαλής οι Άγιοι Ευθύμιος και Δημήτριος και εν συνεχεία Άγιοι ολόσωμοι, ενώ στην ανάλογη ζώνη του Ιερού βλέπουμε Ιεράρχες ολόσωμους ή σε προτομές. Σκηνές από τον βίο του Αγίου Ευθυμίου παριστάνονται στο βόρειο πλάγιο κλίτος, ενώ ο δυτικός τοίχος καταλαμβάνεται από την Κοίμηση της Θεοτόκου. Τα υπόλοιπα μέρη καλύπτονται από προτομές Αγίων και διακοσμητικά με αραβουργηματοειδείς έλικες και γεωμετρικά σχέδια χωρίς μελανά περιγράμματα.

Αν και οι μικρές διαστάσεις του παρεκκλησίου δεν επιτρέπουν τη μεγάλη ανάπτυξη των σκηνών, χαρακτηρίζονται από την υψηλή ποιοτική αξία της παλαιολογείου αναγεννήσεως τόσο ως προς τη λαμπρότητα του χρώματος, όσο και ως προς την οργανική σύνθεση των σωμάτων και την απόδοση της πνευματικότητος των μορφών. Όλα αυτά αποτελούν στοιχεία που προσδίδουν σ’ αυτήν την εμφαντική δραματική και με «ρεαλιστικούς» τόνους τεχνοτροπία μια ιδιαίτερη ευγένεια  και μια έντονη πνευματικότητα. Οι εικονογραφικοί κύκλοι και οι πολυπρόσωπες συνθέσεις, γεμάτες ζωή και κίνηση, χαρακτηρίζονται από μια υπερβατική μνημειακή τάση με έντονο τον διδακτικό ρόλο, όπως αυτός διαχέεται προς τον πιστό προσκυνητή μέσα από τις επιβλητικές μορφές, το φωτεινό πλάσιμο του προσώπου και τη χυτή πτυχολογία του ιματισμού και από το βάθος και τη ζωηρότητα των εκφράσεων των φυσιογνωμιών. Οι τελευταίες παριστάνονται με ρωμαλέο και θαυμαστής τόλμης και σταθερότητος τρόπο, συνθέτοντας τοιχογραφίες αριστοκρατικού χαρακτήρα με μορφές ασύγκριτης ομορφιάς και εκφραστικής δύναμης.

            Οι εξαίρετες αυτές τοιχογραφίες στο σύνολό τους μαρτυρούν τη διαρκή και άμεση επικοινωνία της τέχνης της Κωνσταντινουπόλεως με τη Θεσσαλονίκη. Η συμπρωτεύουσα την εποχή αυτή εμφανίζεται ως ένα από τα πλέον σημαντικότερα καλλιτεχνικά κέντρα της θρησκευτικής ζωγραφικής με τουλάχιστον τέσσερα ή πέντε σύγχρονα εργαστήρια, με καλλιτέχνες που διευρύνουν το έργο τους με αυξανόμενη ενεργητικότητα και ένθερμο ζήλο, τόσο στις ελληνικές, όσο και στις γειτονικές περιοχές, με αποτέλεσμα η ζωγραφική αυτή να αποκτήσει ιδιαίτερη φυσιογνωμία στην τεχνική της, ώστε να της αποδοθεί ο τίτλος της περίφημης και πλέον επιφανούς «Μακεδονικής Σχολής».

 

Το Κιβώριο   Το παρεκκλήσιο του Αγίου Ευθυμίου   Το Φρέαρ του Αγιάσματος
Το Κιβώριο   Το παρεκκλήσιο του Αγ. Ευθυμίου   Το Φρέαρ του Αγιάσματος
Ο Κυρίως Ναός   Η Κρύπτη   Ο Νάρθηκας
Ο Κυρίως Ναός   Η Κρύπτη   Ο Νάρθηκας
  
Αρχική